Ο σπάνιος καρκίνος που θα σημειώσει άνοδο σχεδόν 80% μέχρι το 2050
Ανησυχητικές δείχνουν οι εκτιμήσεις των ειδικών για τα περιστατικά καρκίνου του πέους, ενός καρκίνου που θεωρούνταν σπάνιος μέχρι πρότινος. Ωστόσο, αυτός ο τύπος καρκίνου έχει έξαρση τα τελευταία χρόνια, ενώ οι εκτιμήσεις των ειδικών για τα επόμενα χρόνια δεν συνιστούν εφησυχασμό, καθώς γίνεται λόγος για αύξηση της τάξεως του 77% έως το 2050.
Τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η εξέλιξη αυτή συσχετίζεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής των ανδρών, αφού η ηλικία άνω των 50 αποτελεί βασικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου του πέους.
Ωστόσο, δεν είναι η ηλικία, ο μόνος παράγοντας. Μερικοί ακόμα είναι η κακή υγιεινή των γεννητικών οργάνων, το κάπνισμα, η φίμωση -μια πάθηση κατά την οποία εμφανίζεται στο δέρμα του πέους μία κυκλική στένωση, σαν δακτυλίδι- ενώ σύμμαχος στη μείωση του κινδύνου φαίνεται να είναι η περιτομή.
Όπως επισημαίνει ο Κόλιν Μισιέ, Αναπληρωτής επικεφαλής της Ιατρικής Σχολής στο University of Central Lancashire στο The Conversation, στην πλειονότητά τους (πάνω από το 90%), οι περιπτώσεις καρκίνου του πέους οφείλονται σε καρκινώματα στα πλακώδη κύτταρα στο δέρμα του πέους. Άλλες κακοήθειες, όπως το μελάνωμα, το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα ή το σάρκωμα είναι λιγότερο συχνές. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου οι μισές περιπτώσεις καρκινωμάτων στα πλακώδη κύτταρα έχουν συνδεθεί με μόλυνση από ιούς των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV).
Μια από τις πιο συχνές σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις, είναι ο HPV. Πιο συγκεκριμένα, πάνω από το 70% των σεξουαλικά ενεργών ενηλικών, προσβάλλονται από τον εν λόγω ιό ο οποίος εμφανίζεται συχνότερα στην εφηβεία. Η συγκεκριμένη λοίμωξη, συνήθως είναι ασυμπτωματική και εξαφανίζεται εντός ολίγων μηνών. Δυστυχώς όμως, δεν προστατεύει από μελλοντική μόλυνση. Εάν, η λοίμωξη επιμείνει, μπορεί να οδηγήσει σε προ-κακοήθεις αλλαγές στο δέρμα του πέους. Αυτές οι αλλαγές εκδηλώνονται ως μεταβολές στην υφή και το χρώμα του δέρματος ή ως ανώδυνα έλκη ή κονδυλώματα, συνήθως στη βάλανο ή κάτω από την ακροποσθία
Ο HPV 16, ο πιο κοινός τύπος HPV υψηλού κινδύνου, είναι πιθανώς ο πιο καρκινογόνος HPV. Μάλιστα, είναι ικανός να προκαλέσει κακοήθεις αλλαγές όχι μόνο στους ιστούς του πέους, αλλά και στον τράχηλο της μήτρας, στο στόμα, το λαιμό, το αιδοίο, τον κόλπο και τον πρωκτό. Ευτυχώς, τα εμβόλια κατά του HPV έχουν μειώσει σημαντικά τα ποσοστά καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Η επίδραση των εμβολίων και στον καρκίνο του πέους είναι πιθανό να αργήσουν περισσότερο να εμφανιστούν, επειδή συνήθως μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της μόλυνσης από τον HPV και της ανάπτυξης του καρκίνου.
Παράλληλα, η καθυστέρηση στη διάγνωση αποτελεί έναν ακόμα σημαντικό παράγοντα που ενισχύει τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου είδους καρκίνου. Πολλοί άνδρες, δεν αισθάνονται άνετα και έτσι πολλές φορές επιλέγουν την αυτοθεραπεία. Επιπλέον, οι γιατροί μπορεί να διαγνώσουν λανθασμένα τις κακοήθεις βλάβες ως καλοήθεις, καθυστερώντας περαιτέρω τη θεραπεία. Η έγκαιρη διάγνωση είναι ζωτικής σημασίας, καθώς η πρόγνωση επιδεινώνεται σημαντικά εάν ο καρκίνος εξαπλωθεί στους λεμφαδένες της βουβωνικής χώρας.
Σήμερα, με την γενικότερη εξέλιξη που υπάρχει, ο καρκινικός ιστός μπορεί να αφαιρεθεί επιτυχώς με λέιζερ ή μικροχειρουργική. Η θεραπευτική προσέγγιση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Εάν, όμως, ένας καρκινικός όγκος δεν ανταποκρίνεται στις θεραπευτικές προσπάθειες, ενδέχεται να χρειαστεί ο ακρωτηριασμός του πέους. Φυσικά, κάτι τέτοιο αποτελεί την έσχατη λύση. Μια πρόσφατη έκθεση του BBC αποκάλυψε ότι η Βραζιλία έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ακρωτηριασμού πέους, με σχεδόν δύο να πραγματοποιούνται κάθε μέρα.
Τα καλά νέα είναι ότι διαφαίνεται ελπίδα στον επιστημονικό ορίζοντα, μέσω νέων προσεγγίσεων όπως η χρήση τροποποιημένων Τ-κυττάρων (ενός τύπου ανοσοποιητικού κυττάρου) που επιτίθενται στα μολυσμένα από τον HPV κύτταρα, ή ανοσοθεραπείες, που βελτιώνουν τις ανοσολογικές αποκρίσεις στους πλακώδεις όγκους. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στην ιατρική έρευνα και τη θεραπεία προσφέρουν ελπίδα για καλύτερα αποτελέσματα και ενδεχομένως μείωση των μελλοντικών ποσοστών εμφάνισης καρκίνου του πέους.