Πρέλεβιτς: «Ο ΠΑΟΚ στο κορυφαίο επίπεδο-Έχει άνθρωπο με οικονομική επιφάνεια και φιλοδοξίες»

Τι είπε για την πολυετή σύνδεσή του με τον Δικέφαλο του Βορρά και τον Αριστοτέλη Μυστακίδη
Πρέλεβιτς: «Ο ΠΑΟΚ στο κορυφαίο επίπεδο-Έχει άνθρωπο με οικονομική επιφάνεια και φιλοδοξίες»

Ο Μπάνε Πρέλεβιτς παραχώρησε μεγάλη συνέντευξη στην ιστοσελίδα «basketballsphere» μιλώντας για την πορεία του από τη Σερβία στον ΠΑΟΚ, την πολυετή παρουσία του στον Δικέφαλο του Βορρά από κάθε πόστο και τη σημερινή εποχή που η ομάδα οδεύει -όπως τόνισε- στο κορυφαίο επίπεδο.

Στη συνέντευξή του ο Μπάνε Πρέλεβιτς αναφέρθηκε στο παρελθόν, τη θητεία του στον ΠΑΟΚ ως αθλητής και μετέπειτα ως πρόεδρος, ενώ αναφέρθηκε και στο σήμερα της εποχής Μυστακίδη, τονίζοντας πως ο σύλλογος οδεύει στο κορυφαίο επίπεδο με έναν άνθρωπο που έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και φιλοδοξίες.

Αναλυτικά τα όσα είπε:

Ήσουν 21 ετών όταν μάζεψες τα πράγματά σου και μετακόμισες σε μια πόλη όπου δεν γνώριζες κανέναν. Τι θυμάσαι από εκείνο το πρώτο βράδυ στη Θεσσαλονίκη;

«Βασικά, αυτό είναι μέρος του αθλητισμού. Αν αποφασίσεις να ακολουθήσεις τον επαγγελματικό αθλητισμό, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για το γεγονός ότι, κάποια στιγμή, θα φύγεις από την πόλη σου.

Στην αρχή του βιβλίου αφιερώνω κάποιες γραμμές στον πατέρα και τη μητέρα μου. Στη μητέρα μου, επειδή μου έλεγε να μη φοβάμαι το άγνωστο. Έτσι, δεν ένιωσα ποτέ φόβο, αλλά περισσότερο έναν ενθουσιασμό για όλα όσα έρχονταν.

Αυτό που με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή στη Θεσσαλονίκη ήταν η δημοτικότητα που είχαν τότε οι μπασκετμπολίστες. Ήταν το 1988, έναν χρόνο μετά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από την Ελλάδα στην Αθήνα. Υπήρχαν άνθρωποι που με περίμεναν στο αεροδρόμιο. Αυτό δεν συνέβαινε τότε στη Γιουγκοσλαβία. Οι αθλητές δεν ήταν τόσο γνωστοί, ώστε τη στιγμή που υπέγραφαν ένα συμβόλαιο και εμφανίζονταν κάπου, να υπάρχουν φίλαθλοι και δημοσιογράφοι που τους περίμεναν στο αεροδρόμιο. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα που θυμάμαι μέχρι σήμερα. Φυσικά, μια τέτοια δημοτικότητα συνοδεύεται και από μεγάλες υποχρεώσεις, όμως για τα δεδομένα της εποχής ήταν κάτι πραγματικά ασυνήθιστο, τουλάχιστον για μένα.

Όταν ήρθε ο Τσεντί Οσμάν, υπήρχαν 2.000 άνθρωποι στο γήπεδο. Όμως το 1988, το να υπάρχουν φίλαθλοι και δημοσιογράφοι στο αεροδρόμιο για να σε υποδεχθούν και να σου κάνουν ερωτήσεις ήταν πραγματικά ασυνήθιστο, τουλάχιστον με τα δεδομένα της τότε Γιουγκοσλαβίας και του Ερυθρού Αστέρα, όπου αγωνιζόμουν».

Στην Ελλάδα έχεις αποκτήσει θρυλικό status και συγκρίνεσαι με τους κορυφαίους. Στη Σερβία, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Σε επηρεάζει με κάποιον τρόπο αυτή η διαφορά ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Βελιγράδι;

«Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας μου στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη, οπότε αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Πέρασα περισσότερα από 25 χρόνια στον ΠΑΟΚ, σε διάφορους ρόλους.

Στο Βελιγράδι είμαι απλώς ένας πολίτης που του αρέσει να επιστρέφει στην πόλη του. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, ειδικά από τη στιγμή που ποτέ δεν επιδίωξα να δίνω εκρηκτικές συνεντεύξεις. Δεν το είχα ανάγκη. Αν κάποιος με αναζητήσει, είμαι εδώ. Αν όχι, κανένα πρόβλημα.

Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να εξηγήσω σε κανέναν στο Βελιγράδι, στη Γιουγκοσλαβία και πλέον στη Σερβία τι κάνω και πώς παίζω. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκα τότε ως μπασκετμπολίστας και αργότερα στο Βελιγράδι ήταν ο εξής: αν κάποιος ενδιαφέρεται, είμαι εδώ. Αν όχι, κανένα πρόβλημα. Μάλιστα, τώρα απολαμβάνω να επιστρέφω στο Βελιγράδι, αφού κανείς δεν με αναγνωρίζει».

Πόσος χρόνος χρειάστηκε και τι έπρεπε να συμβεί για να πάψεις να αισθάνεσαι επισκέπτης στην Ελλάδα;

«Ο τρόπος με τον οποίο με υποδέχθηκαν από την πρώτη στιγμή έδειξε ότι αυτή θα ήταν μια μοναδική σχέση, κάτι σαν κάρμα. Έρχεσαι κάπου και δεν ξέρεις γιατί αισθάνεσαι καλά, αλλά νιώθεις κάτι ξεχωριστό.

Αρχικά ήμουν εκεί ως παίκτης, μετά έφυγα, επέστρεψα και στη συνέχεια έφυγα ξανά. Αργότερα συνέβη το ίδιο και ως προπονητής. Τίποτα δεν ήταν προγραμματισμένο. Πάντα υπήρχε ένας συνδυασμός συνθηκών που με έφερνε πίσω στον σύλλογο. Με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑΟΚ ως αθλητικού σωματείου, μου ζήτησαν να περιγράψω αυτή τη σχέση με την ομάδα.

Είπα απλώς ότι μπορεί να περιγραφεί ως μια καρμική σχέση. Δεν ξέρω γιατί είναι έτσι, αλλά είναι. Επιστρέφω σε μια συγκεκριμένη στιγμή και πάντα υπάρχει μια σύμπτωση καταστάσεων που με φέρνει ξανά εκεί. Πολλές φορές αυτό συνέβη σε δύσκολες περιόδους, ειδικά όταν ήμουν πρόεδρος, αλλά ήμουν πάντα εκεί για τον σύλλογο. Μέχρι και σήμερα, ο ΠΑΟΚ αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μου.

Αυτή τη στιγμή δεν έχω κάποια θέση στον σύλλογο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μετά την επίσημη αποχώρησή μου, έχω εξαιρετική σχέση με όλες τις διοικήσεις και τους προέδρους της ομάδας. Έρχομαι τακτικά στα παιχνίδια και παρακολουθώ καθημερινά την πορεία του συλλόγου».

Έγραψες το βιβλίο «Η Δύναμη της Ήττας». Ποια ήττα στη ζωή σου σε δίδαξε περισσότερο;

«Είχα πολλές προτάσεις από διάφορους εκδοτικούς οίκους για να εκδώσω μια βιογραφία, όμως δεν ένιωθα κανέναν ενθουσιασμό γι’ αυτό. Ήθελα να γράψω ο ίδιος το βιβλίο και στη συνέχεια άρχισα να σκέφτομαι τι είχα μάθει μέσα από τον αθλητισμό.

Ήμουν επαγγελματίας αθλητής για 25 με 30 χρόνια και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο ξεπερνάς την ήττα και αντλείς μαθήματα από την αποτυχία, ώστε τελικά αυτή η γνώση να σε οδηγήσει στην επιτυχία. Γι’ αυτό έδωσα στο βιβλίο τον τίτλο «Η Δύναμη της Ήττας», επειδή πραγματικά το πιστεύω. Θεωρώ ότι ένας άνθρωπος δεν μπορεί να εξελιχθεί πνευματικά, ψυχολογικά και επαγγελματικά χωρίς αρνητικές εμπειρίες και αποτυχίες.

Οι αποτυχίες πρέπει να υπάρχουν, ώστε να μαθαίνεις από αυτές. Αποτελούν μέρος της επιτυχίας, όπως οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Από τη μία βρίσκεται η αποτυχία και από την άλλη η επιτυχία, όμως αποκτούν αξία μόνο μαζί. Το μόνο που πρέπει να μάθουμε είναι να αντλούμε το μάθημά μας από αυτές και να μην αντιμετωπίζουμε την ήττα ως καταστροφή ή ως το τέλος του κόσμου, αλλά να κατανοούμε ότι αποτελεί μέρος της διαδικασίας και της εξέλιξής μας.

Και όταν μιλάμε για την ήττα που με δίδαξε περισσότερο, είναι εκείνη που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου μου. Χάσαμε τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων από τη Ρεάλ στο τελευταίο δευτερόλεπτο και η φωτογραφία στο εξώφυλλο είναι η αντίδρασή μου μετά το παιχνίδι. Εκείνη τη στιγμή πιστεύεις ότι είναι το τέλος του κόσμου, ότι δεν θα έχεις τη δύναμη να συνεχίσεις να παίζεις, όμως μετά από λίγο καιρό συνειδητοποιείς ότι είναι μόνο η αρχή. Τότε άρχισα να βλέπω τον κόσμο διαφορετικά».

Ας επιστρέψουμε στο 1992 και τις κυρώσεις που στέρησαν από τη Γιουγκοσλαβία τη συμμετοχή στη Βαρκελώνη. Πώς ένιωσες τότε και πώς αισθάνεσαι σήμερα, γνωρίζοντας τι ευκαιρία ήταν εκείνη;

«Εκείνη την περίοδο ήμουν τυχερός που προπονητής του ΠΑΟΚ ήταν ο αείμνηστος Ντούσαν Ίβκοβιτς, ο οποίος ήταν παράλληλα και προπονητής της εθνικής ομάδας. Με γνώριζε καλά και μου έδωσε σημαντικό και ανταγωνιστικό ρόλο στην εθνική. Η ομάδα ήταν τόσο καλή, που θεωρούσαμε ότι θα παίζαμε στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων απέναντι στην Dream Team. Αυτό ήταν το όνειρο όλων μας.

Όταν ο Ντούντα μας είπε ότι, λόγω των κυρώσεων, δεν θα πηγαίναμε στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ήταν μία από τις πιο δύσκολες στιγμές ολόκληρης της ζωής μου, όχι μόνο της καριέρας μου. Ήταν μια απίστευτη απογοήτευση.

Δεκαετίες αργότερα, μπορώ να πω ότι αυτή η απογοήτευση δεν μου άφησε κάποιο μόνιμο σημάδι, επειδή έμαθα από αυτήν. Στο βιβλίο μου περιγράφω εκείνη τη στιγμή και το πώς υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να επηρεάσεις και απλώς πρέπει να τα αποδεχθείς και να προχωρήσεις. Έτσι, αποδέχθηκα ότι αυτό ήταν. Δεν θα πηγαίναμε στους Ολυμπιακούς Αγώνες και δεν θα είχα ποτέ ξανά την ευκαιρία να αγωνιστώ στην εθνική ομάδα. Το αποδέχθηκα όπως ήταν και συνέχισα τον δρόμο μου».

Στον ΠΑΟΚ υπήρξες παίκτης, προπονητής και πρόεδρος και πλέον είσαι φίλαθλος. Ποιος από αυτούς τους ρόλους σου κόστισε περισσότερο στη ζωή;

«Ο ρόλος του προέδρου ήταν ο πιο δύσκολος για μένα, όχι επειδή ήταν δυσκολότερος από τους άλλους ρόλους, αλλά επειδή εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε ιδιοκτήτης στον σύλλογο. Αυτό συνέβαινε λόγω μιας νομικής ρύθμισης, βάσει της οποίας διοριζόταν προσωρινή διοίκηση, ώστε ο σύλλογος να μην κλείσει. Αυτή η κατάσταση κράτησε για πολλά χρόνια και εγώ βρέθηκα σε αυτή τη θέση για οκτώ χρόνια.

Όταν ανέλαβα τον σύλλογο το 2011, βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Είχαμε μπροστά μας τεράστια προβλήματα και ασχολούμασταν περισσότερο με τα οικονομικά παρά με τον αθλητισμό. Στη συνέχεια καταφέραμε να ισορροπήσουμε την κατάσταση, ώστε να υπάρχει ένα αγωνιστικό επίπεδο, αλλά ήταν εξαιρετικά δύσκολο.

Όποιος ασχολείται με το μπάσκετ γνωρίζει ότι, αν δεν υπάρχει χρηματοδότηση από κάποια πηγή, δεν μπορείς να διατηρήσεις ένα συγκεκριμένο αγωνιστικό επίπεδο. Εμείς ζούσαμε κυριολεκτικά μόνο από τα δικά μας έσοδα, χωρίς καμία κρατική βοήθεια. Οι σύλλογοι στην Ελλάδα είναι ανώνυμες εταιρείες και δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν κρατική βοήθεια. Έπρεπε να τα καταφέρουμε μόνοι μας, ενώ παράλληλα αποπληρώναμε χρέη προηγούμενων σεζόν. Ήταν μια τεράστια πρόκληση».

Λες ότι πλέον είσαι φίλαθλος και το απολαμβάνεις. Τι είναι αυτό που σε κάνει τόσο χαρούμενο με τα νέα δεδομένα στον ΠΑΟΚ;

«Όταν ήμουν πρόεδρος, προσπαθήσαμε να φέρουμε έναν επιχειρηματία που θα αναλάμβανε τον σύλλογο ως ιδιοκτήτης και θα τον χρηματοδοτούσε. Αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να φτάσουμε σε κορυφαίο ανταγωνιστικό επίπεδο. Δυστυχώς, δεν τα καταφέραμε, όπως δεν τα κατάφεραν ούτε όσοι ήρθαν μετά από εμένα. Απλώς δεν είναι εύκολο να βρεις έναν τέτοιο άνθρωπο, μέχρι που εμφανίστηκε τώρα, το 2026.

Όλοι εμείς που βρισκόμασταν στον σύλλογο στα δύσκολα χρόνια και παλεύαμε για κάθε ευρώ, αισθανόμαστε ότι η προσπάθειά μας απέδωσε και ότι δεν έγινε χωρίς λόγο. Ο σύλλογος οδεύει πλέον προς ένα κορυφαίο επίπεδο, έχει έναν άνθρωπο με σημαντική οικονομική επιφάνεια και φιλοδοξίες και όλοι είμαστε χαρούμενοι γι’ αυτό».

Για χρόνια αγωνιζόσουν κάνοντας ενέσεις. Με το σώμα σου να σε κάνει σήμερα να πληρώνεις για εκείνες τις αποφάσεις, θα έκανες ξανά το ίδιο;

«Θα έκανα ξανά το ίδιο. Στην εποχή μας, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, υπήρχαν παιχνίδια που απλώς έπρεπε να αγωνιστείς. Δεν υπήρχαν τότε τόσοι πολλοί αγώνες υψηλού επιπέδου. Για να κατακτήσεις το Κύπελλο Πρωταθλητριών και να γίνεις πρωταθλητής Ευρώπης, έπρεπε να παίξεις περίπου 12 παιχνίδια. Κάθε αγώνας είχε σημασία.

Τότε οι ομάδες είχαν την αρχική πεντάδα. Ο έκτος παίκτης έμπαινε κάποιες φορές, ο έβδομος όταν κάποιος είχε φορτωθεί με φάουλ και ο όγδοος σπάνια. Σήμερα κάθε ομάδα διαθέτει 16, 17 ή 18 παίκτες υψηλού επιπέδου, επομένως δεν υπάρχει ανάγκη να παίρνει κάποιος τέτοιο ρίσκο για να βοηθήσει την ομάδα. Υπάρχει πάντα κάποιος που μπορεί να τον αντικαταστήσει. Στην εποχή μας αυτό δεν συνέβαινε. Ήταν υποχρέωσή μου να βοηθήσω τον σύλλογο.

Όσο για τον πόνο, έμαθα να ζω μαζί του. Κάθε πρωί, όταν ξυπνάω, κάνω πρώτα ασκήσεις για την πλάτη μου. Είναι μια πειθαρχία που μαθαίνεις μέσα από τον αθλητισμό και απλώς συνηθίζεις να ζεις με κάποιους μικρούς πόνους. Είναι φυσιολογικό».

Ποια είναι η μία αλήθεια για αυτή τη ζωή που κανείς δεν λέει δυνατά;

«Κανείς δεν λέει ότι η στιγμή που σταματάς να είσαι επαγγελματίας αθλητής είναι ένα είδος αυτοκτονίας. Όταν τελειώνει η καριέρα σου, ένα κομμάτι σου εξαφανίζεται επίσης. Πέρασες τη ζωή σου κάνοντας κάτι που αγαπάς και τώρα σταματάς να παίζεις, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ ξανά να αγωνιστείς στο μπάσκετ σε αυτό το επίπεδο. Δεν είναι εύκολο. Νομίζω ότι πολλοί αθλητές, σε κάθε άθλημα, δεν το ξεπερνούν ποτέ πραγματικά.

Χρειάζεται μεγάλη ψυχική δύναμη για να το ξεπεράσεις, ειδικά αν θέλεις να στραφείς σε κάτι άλλο και να ξεχάσεις ότι κάποτε ήσουν επαγγελματίας αθλητής. Από τη στιγμή που σταματάς να παίζεις, είναι δύσκολο να βρεις μια δουλειά που θα αγαπήσεις όσο το μπάσκετ. Αυτό είναι μακράν το δυσκολότερο κομμάτι της καριέρας κάθε επαγγελματία αθλητή».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ